Tuesday, April 18, 2017

18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ, 2017:ΚΑΛΑ, ΚΑΛΑ...ΟΛΑ ΚΑΛΑ.ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ.


Εἰς τὸ σχεδὸν ἔρημο πλέον χωριό μου ὅπου πέρασα τὸ Πάσχα, ἡ φράση αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται μονότονα ἀπὸ τοὺς παροδικοὺς ἐπισκέπτες στὰ κινητὰ τους τηλέφωνα ποὺ εἴτε ἦταν κάποτε μόνιμοι κάτοικοι εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐπιγόνους τους ποὺ ἐξακολουθοῦν καὶ διατηροῦν τὰ σπίτια τῶν γονιῶν τους. Μιλοῦν περισσότερο στὰ κινητὰ παρὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο.
Ἡ ἐκκλησία μισογέμισε τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης καὶ μετὰ σχεδὸν ξαναερήμωσε, ὅπως ὅλη τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἡ σύνθεση τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀντικατοπτρίζει τὴν σοβαρὴ, θανάσιμη δημογραφικὴ κατάσταση.
Μόνον δύο παιδιὰ, καμιὰ δεκαπενταριὰ νέοι μεταξύ 18-40, καὶ ἀπ’ἐκεῖ καὶ πέρα γερουσία ντυμένη μάλλον φτωχὰ, μαζεμένη, σκεπτικὴ, κλεισμένη στον ἑαυτὸ της ποὺ παρὰ ταῦτα ἐξακολουθεῖ νὰ συντηρῇ πάθη καὶ μικρὸτητες ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στοὺς σαράντα νὰ ἀνοίξουν τὴν άγκαλιὰ τους στοὺς ἄλλους τόσους.
Λίγα τὰ «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἀκόμη λιγότερα τὰ «Ἀληθῶς Ἀνέστη». Μία κροτίδα σκάει καὶ ἡ ἠχὼ ἀναμεταδίδεται ἀπὸ τὴν ἐλατόφυτη πλαγιὰ, ἴσα ἴσα γιὰ νὰ μὴν χαθῇ τελείως ἡ παράδοση.
Στὸν κάμπο τῆς Λαμίας τὰ πράγματα εἶναι πιο ζωηρά, καθὼς φαίνονται βεγγαλικὰ νὰ χρωματίζουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ τὶς θέσεις τῶν πεδινῶν χωριῶν, τῆς Ἡράκλειας, τοῦ Μοσχοχωρίου, τῆς Βαρδάτας, τῆς Ἀνθήλης.
Ὅ,τι ἔδινε ζωὴ στὸ χωριὸ, οἱ νέοι, οἱ ἱστορίες, τὰ χοντροκομμένα ρουμελιώτικα ἀστεῖα, τὰ ἔθιμα, τὰ κοπάδια, τὰ χωράφια, ἔχουν πέσει θύματα τοῦ ἀσύμμετρου πολέμου στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε καὶ τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας τοῦ μεταμοντέρνου κόσμου μας.
Ἦταν ἡ ζωὴ καλύτερα τὴν δεκαετία τοῦ ’50 καὶ τοῦ ’60 ποὺ φτάσαμε στὴν ἀκμὴ ἀπὸ ἄποψη πληθυσμοῦ καὶ ρυθμοῦ ἀνάπτυξης;
Ὄχι. Δὲν εἴχαμε ἀκόμη φῶς καὶ νερὸ, Κέντρα Ὑγείας, δρόμους, τηλεπικοινωνίες κλπ. Ὄμως εἴχαμε ἀνθρώπους καὶ ψυχὴ καὶ χιοῦμορ καὶ δύναμη καὶ ἐλπίδα ὅτι τὰ χρόνια ποὺ ἔρχονταν θὰ ἦταν καλύτερα καὶ θὰ ἐπούλωναν ὁριστικὰ τὰ τραύματα τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφυλίου.
Τὼρα τὰ ἔχομε ὅλα αὐτὰ, ἀλλὰ δὲν ἔχομε ἀνθρώπους, καὶ τὰ μονότονα «Καλὰ.. εἴμαστε καλὰ», ἀκούγονται περισσότερο ὅπως ἡ φράση βαρειὰ ἀρρώστων καὶ τραυματιῶν ποὺ προσπαθοῦν νὰ δώσουν κουράγιο στὸν ἑαυτὸ τους παρὰ ὡς ἀπεικόνιση τῆς πραγματικότητας.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ ἔθνους δυστυχῶς ἀναβάλλεται ἀγαπητοὶ μου.

ΚΑΛΑ, ΚΑΛΑ
ΚΑΛΑ, ΚΑΛΑ....ΟΛΑ ΚΑΛΑ. ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ.
Εἰς τὸ σχεδὸν ἔρημο πλέον χωριό μου ὅπου πέρασα τὸ Πάσχα, ἡ φράση αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται μονότονα ἀπὸ τοὺς παροδικοὺς ἐπισκέπτες στὰ κινητὰ τους τηλέφωνα ποὺ εἴτε ἦταν κάποτε μόνιμοι κάτοικοι εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐπιγόνους τους ποὺ ἐξακολουθοῦν καὶ διατηροῦν τὰ σπίτια τῶν γονιῶν τους. Μιλοῦν περισσότερο στὰ κινητὰ παρὰ ὁ ἕνας στὸν ἄλλο.
Ἡ ἐκκλησία μισογέμισε τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης καὶ μετὰ σχεδὸν ξαναερήμωσε, ὅπως ὅλη τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἡ σύνθεση τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀντικατοπτρίζει τὴν σοβαρὴ, θανάσιμη δημογραφικὴ κατάσταση.
Μόνον δύο παιδιὰ, καμιὰ δεκαπενταριὰ νέοι μεταξύ 18-40, καὶ ἀπ’ἐκεῖ καὶ πέρα γερουσία ντυμένη μάλλον φτωχὰ, μαζεμένη, σκεπτικὴ, κλεισμένη στον ἑαυτὸ της ποὺ παρὰ ταῦτα ἐξακολουθεῖ νὰ συντηρῇ πάθη καὶ μικρὸτητες ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στοὺς σαράντα νὰ ἀνοίξουν τὴν άγκαλιὰ τους στοὺς ἄλλους τόσους.
Λίγα τὰ «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἀκόμη λιγότερα τὰ «Ἀληθῶς Ἀνέστη». Μία κροτίδα σκάει καὶ ἡ ἠχὼ ἀναμεταδίδεται ἀπὸ τὴν ἐλατόφυτη πλαγιὰ, ἴσα ἴσα γιὰ νὰ μὴν χαθῇ τελείως ἡ παράδοση.
Στὸν κάμπο τῆς Λαμίας τὰ πράγματα εἶναι πιο ζωηρά, καθὼς φαίνονται βεγγαλικὰ νὰ χρωματίζουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ τὶς θέσεις τῶν πεδινῶν χωριῶν, τῆς Ἡράκλειας, τοῦ Μοσχοχωρίου, τῆς Βαρδάτας, τῆς Ἀνθήλης.
Ὅ,τι ἔδινε ζωὴ στὸ χωριὸ, οἱ νέοι, οἱ ἱστορίες, τὰ χοντροκομμένα ρουμελιώτικα ἀστεῖα, τὰ ἔθιμα, τὰ κοπάδια, τὰ χωράφια, ἔχουν πέσει θύματα τοῦ ἀσύμμετρου πολέμου στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε καὶ τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας τοῦ μεταμοντέρνου κόσμου μας.
Ἦταν ἡ ζωὴ καλύτερα τὴν δεκαετία τοῦ ’50 καὶ τοῦ ’60 ποὺ φτάσαμε στὴν ἀκμὴ ἀπὸ ἄποψη πληθυσμοῦ καὶ ρυθμοῦ ἀνάπτυξης;
Ὄχι. Δὲν εἴχαμε ἀκόμη φῶς καὶ νερὸ, Κέντρα Ὑγείας, δρόμους, τηλεπικοινωνίες κλπ. Ὄμως εἴχαμε ἀνθρώπους καὶ ψυχὴ καὶ χιοῦμορ καὶ δύναμη καὶ ἐλπίδα ὅτι τὰ χρόνια ποὺ ἔρχονταν θὰ ἦταν καλύτερα καὶ θὰ ἐπούλωναν ὁριστικὰ τὰ τραύματα τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφυλίου.
Τὼρα τὰ ἔχομε ὅλα αὐτὰ, ἀλλὰ δὲν ἔχομε ἀνθρώπους, καὶ τὰ μονότονα «Καλὰ.. εἴμαστε καλὰ», ἀκούγονται περισσότερο ὅπως ἡ φράση βαρειὰ ἀρρώστων καὶ τραυματιῶν ποὺ προσπαθοῦν νὰ δώσουν κουράγιο στὸν ἑαυτὸ τους παρὰ ὡς ἀπεικόνιση τῆς πραγματικότητας.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ ἔθνους δυστυχῶς ἀναβάλλεται ἀγαπητοὶ μου.

2 comments: